Ads



11 Νοεμβρίου 2012

Ο ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ (Μέρος Β΄)


Γράφει ο Τάκης Ξαπλαρής

«ΑΡΧΕΤΑΙ Η ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ»!... Η φωνή της προέδρου Σούλας Μιζερή-Ξαπλαρή, αντήχησε στεντόρεια μέσα στα δωμάτια του περιποιημένου δυαριού διαμερίσματός μας. Στεκόταν ολόρθη καταμεσής στο σαλόνι, ενώ στον καναπέ ακριβώς απέναντι από τη συρόμενη πόρτα που συνδέει το σαλόνι με το χολ, και έχοντας στην πλάτη τους την βορεινή μπαλκονόπορτα, κάθονταν οι τρεις εκπρόσωποι των παραγωγικών τάξεων της γειτονιάς μας:

Ο Μπακάλης, ο Μανάβης, ο Χασάπης….

«Να προσέλθει στο βήμα ο πρώτος ομιλητής», πρόσταξε η Σούλα και έδειξε με το δάχτυλό της εμένα!... «Εγώ, πρώτος»; Πήγα να διαμαρτυρηθώ, αλλά το αυστηρό της βλέμμα με καθήλωσε. Αφού επιμένει να μιλήσω, θα μιλήσω! ΘΑ ΤΑ ΠΩ ΟΛΑ!!!

«Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι», είπα… Γιατί όχι; Συνάδελφοι είμαστε άπαντες πάνω σ’ αυτή τη γη. Συνάδελφοι στη μακακία, στην τεμπελιά, στη δουλειά (άμποτε και έχουμε δουλειά) και, προπαντός, στη μάσα! Αλίμονο τώρα…. Μαζί τα φάγαμε! Χε, χε!... «Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι», επανέλαβα…

«Ως ο μόνος εργαζόμενος της παρούσας οικογένειας, οφείλω να κάνω καταρχάς μία αναδρομή στις πηγές των εσόδων μας. Λοιπόν: Έχουμε έναν μισθό – τον δικό μου μισθό – ήτοι, τρεις κι εξήντα τον μήνα! Επί έναν χρόνο, μάς κάνουνε: Σαράντα-τρία και είκοσι. Δηλαδή, ψίχουλα! Αξιότιμοι κύριοι πιστωτές μας, φοβάμαι ότι θα πρέπει να κάνετε κι άλλη υπομονή το νέον έτος»…

Ξερόβηξα και έκανα ταυτόχρονα μια μικρή παύση για να αποτιμήσω την απήχηση των λόγων μου μέχρι εδώ… Ο Μπακάλης, φαλακρός στην κορφή του κεφαλιού του, με λίγα γκρίζα μαλλιά στα πλάγια και με το μολύβι στο δεξί του αφτί, ομολογώ ότι αντέδρασε θετικά. Απλά, γούρλωσε τα αβγουλωτά μάτια του κι αυτό ήταν όλο.

Όμως, ο Χασάπης με μια κοιλάρα να! και με τη λαβή απ’ την χατζάρα του να προεξέχει στην φαρδιά τσέπη της άσπρης ποδιάς του, τράβηξε με το ’να χέρι τα κυματιστά πυκνά μαλλιά του σάμπως να πήγαινε να τα ξεριζώσει, ενώ έκανε φευγαλέα κάποια κίνηση να πιάσει την χατζάρα, που πολύ, ρε παιδιά, με τρόμαξε! Ευτυχώς, δεν το προχώρησε παραπέρα…

Ο Μανάβης, τέλος, έβγαλε από τον πράσινο χαρτοφύλακά του μια πράσινη μπανάνα και την ξεφλούδισε με τα βρώμικα από πρασινάδες νύχια του μέχρι κάτω, ποιος ξέρει τι αλήθεια υπονοώντας!!! Αυτός ήταν ντυμένος στα πράσινα – πράσινο παντελόνι, πράσινο πουκάμισο και πράσινη ποδιά – και μέσα στις τρύπες απ’ τ’ αφτιά του είχε φυτρωμένους μαϊντανούς, τόσο βαθιά θαρρείς, που ήταν θαύμα πως εξακολουθούσε ν’ ακούει…

Μεσήλικες, πανομοιότυποι· θα μπορούσες να τους εκλάβεις και για αδέρφια. Ή, μήπως ήταν αδέρφια; Τέλος πάντων, ας μην κάνω αδιάκριτες ερωτήσεις. Άλλωστε, εκείνο που προέχει τώρα είναι να κλείσουμε τον προϋπολογισμό του σπιτιού μας, συνεπώς ας μην τους αγριέψω. Η ψήφος τους, μάς είναι απαραίτητη!

«Κυρίες και κύριοι», συνέχισα με παρρησία. «Τρεις κι εξήντα τον μήνα, δεν επαρκούν για την πλήρη διατροφή εμού και της συζύγου μου, εάν – το τονίζω, εάν – δεν τύχουμε της αρωγής των εταίρων μας» (και εδώ έδειξα με αβροφροσύνη τους τρεις τους στον καναπέ) – «των αγαπημένων μας πιστωτών… Δεν θα καταχραστώ άλλο τον χρόνο σας, κυρία Πρόεδρε… Ευχαριστώ που με ακούσατε»… Είπα και κατέβηκα από το βήμα, για να ανέβει αμέσως μετά η Σούλα, η οποία για να μιλήσει τοποθέτησε εμένα προσωρινά πρόεδρο της Βουλής του σπιτιού μας.

«Σας ευχαριστώ, κύριε Πρόεδρε», νιαούρισε η Σούλα απευθυνόμενη προς την αφεντιά μου – ω, έγινα πρόεδρος τώρα! – «σας ευχαριστώ και σας, αγαπημένοι μου πιστωτές, για την υπομονή σας και την καρτερία σας! Οι θυσίες σας, δεν θα πάνε χαμένες!... Τα χρήματα που σάς χρωστάμε, θα τα πάρετε με τόκο, στο τέλος της εικοσαετίας, για να τα χαρείτε εσείς και οι απόγονοί σας»!

Κλαπ-κλαπ-κλαπ (χειροκροτήματα)!... Πήρε η Σούλα με το μέρος της αυτούς τους μούργους! Μεγάλο θαυμασμό μού κάνει!...

«Επίσης, αγαπητέ κύριε Χασάπη μου, θα έρθω να σας δω και κατ’ ιδίαν στο μεγάλο σας ψυγείο, αρκεί να φροντίσετε την συγκεκριμένη ημέρα να μην το έχετε στην πρίζα και ξεπαγιάσουμε εκεί μέσα! Και εσάς, αγαπητέ κύριε Μανάβη μου, θα σας δω πάνω στο μεγάλο καφάσι με τα μαρούλια και παρακαλώ προσέξετε να είναι άφθονα για να πέσουμε στα μαλακά κι όχι όπως την προηγούμενη φορά που μας τσιμπούσαν οι σκλήθρες! Τέλος, εσάς, λατρευτέ κύριε Μπακάλη μου, ελπίζω να φυλάξατε εκείνο το πολύ μεγάλο και ευρύχωρο βαρέλι, να μπούμε μαζί οι δυο μας μέσα, να φάμε, να γλείψουμε τα ποτισμένα ξύλα του και να κοιμηθούμε, με τις ωραίες μυρωδιές και την αρμύρα του τυριού και του λουκάνικου»!...

Πω, πω, τι δημαγωγός είναι αυτή η Σούλα μου!... Φυσικά, τυριά και λουκάνικα πουλάνε οι μπακάληδες, τούς μιλάει στη δική τους γλώσσα. Εγώ δεν θα μπορούσα να τα καταφέρω τόσο καλά!

Τοκ-τοκ-τοκ! (Η πόρτα)… «Μπα; Ποιος να είναι»; Αναρωτήθηκε η Σούλα.
«Ναι, ναι, ποιος να είναι»; Αναρωτήθηκαν και οι υπόλοιποι.
«Ο Ψαράς είμαι! Ανοίχτε»!... Ακούστηκε από την πόρτα…

Α, τον ψαρά τον είχαμε ξεχάσει!!! Μια φορά όλη κι όλη φάγαμε μπαρμπουνάκια και θα τα πληρώσουμε τώρα; Έκλεισα τα μάτια μου με απελπισία. Την ίδια στιγμή που ο ψαράς έμπαινε, λιποθύμησα. Θα συνέλθω απόψε, μετά τα μεσάνυχτα, όταν θα έχει πια ψηφιστεί ο Προϋπολογισμός του κράτους. Θα συνέλθω για τα καλά και θα ετοιμάσω το διαβατήριό μου πάραυτα. Η Μελβούρνη με περιμένει. Από εκεί θα σάς γράφω… Θα παντρευτώ και μια Αυστραλέζα κι άστε τη Σούλα να ψάχνεται…

ΤΕΛΟΣ

Get our toolbar!
comments powered by Disqus
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Η Πολιτική Σάτιρα στο F/B