Ads



11 Νοεμβρίου 2012

Ο ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ (Μέρος Α΄)


Γράφει ο Τάκης Ξαπλαρής

Μήνας Νοέμβριος! Ο μήνας των προϋπολογισμών!... «Σούλααα»!... Μα πού, τέλος πάντων, κρύφτηκε η γυναίκα μου; Δεν θα έρθει να συντάξουμε μαζί τον προϋπολογισμό του σπιτιού μας για το 2013;

«Στην τουαλέτα είμαι! Έρχομαι»…
«Επιτέλους, βρε Σούλα μου! Τρόμαξα!... Νόμιζα ότι κάποιος σε έκλεψε από μένα. Αφού να σκεφτείς, κέρατα άρχισαν να φυτρώνουν στο κεφάλι μου».
«Η ιδέα σου ήταν, τζουτζούκο μου»! (Η Σούλα παρουσιάστηκε μπροστά μου τινάζοντας τα χέρια της για να στεγνώσουν απ’ τα νερά).
«Τράβηξες το καζανάκι»;
«Αμέ»!
«Πλύθηκες πριν ή μετά»;
«Και πριν, και μετά»!
«Ε, έλα, τότε· κάθισε πλάι μου, να συντάξουμε τον προϋπολογισμό μας, αράπ… εεε, αγάπη μου. Δε βλέπεις στη Βουλή τι γίνεται; Απόψε ψηφίζεται ολόκληρος προϋπολογισμός του κράτους και ο δικός μας θα μείνει πίσω»;

Στο μεταξύ, στην τιβί της Βουλής, μια σονάτα του Μότσαρτ προαναγγέλλει μελωδικά ότι στις δώδεκα αρχίζει καλάαα… [εεε, διόρθωση: αρχίζει και καλά] η ζωντανή μετάδοση.

«Α, δεν μπορώ να καθίσω πλάι σου, παιχταρά μου»!
«Γιατί, ελαφίνα μου»; (Μιλάμε χαϊδευτικά μεταξύ μας).
«Είναι αδύνατον, ελεφαντάκι μου, να ξεκινήσουμε τη συνεδρίαση χωρίς τους πιστωτές μας»!
«Τους πιστωτές μας; Ποιους πιστωτές μας»;
«Τον Μανάβη, τον Μπακάλη, τον Χασάπη… Έχουμε υπογράψει μνημόνιο με αυτούς – δεν το θυμάσαι; Πρέπει να τους καλέσουμε, λοιπόν, να έρθουν εδώ. Πώς αλλιώς μπορούμε να ψηφίσουμε τα μέτρα, πορτοκάλι μου»;

Όταν η Σούλα με αποκαλεί «πορτοκάλι», εγώ θυμάμαι τον Πορτοσάλτε και μού τη δίνει αφάνταστα… Βούλωσα με τα δυο μου δάχτυλα τ’ αφτιά μου, αφενός για να μην την ακούω περαιτέρω και αφετέρου για να μη μού φύγουν όλοι οι καπνοί απ’ το θυμό μου και στεγνώσω…

Για κοίτα, συλλογίστηκα… Τώρα εξαρτιόμαστε από τον Μανάβη, τον Μπακάλη, τον Χασάπη!... Λόγω του ότι, άκουσον-άκουσον, πήραμε μερικές φορές βερεσέ τις μπριζόλες, το τυρί και τα κολοκύθια… Κολοκύθια τούμπανα το κάναμε, βρε παιδί μου! Να μην μπορείς να είσαι ανεξάρτητος ούτε μέσα στο ίδιο σου το σπίτι!...

«ΑΓ.Α.Π.η μου»;
«Τι έπαθες πάλι; Τρέχω να τους φωνάξω· δε βλέπεις; Γιατί με σταματάς»;
«Περίμενε, αΓ.Α.Π.η μου… Περίμενε… Νομίζω ότι ξέρω ποιος φταίει. Ξέρω ποιος έκανε το first blood»!...
«Αμάν πια, με τις φαντασιώσεις σου! Μη με πισωγυρίζεις· μια στιγμή θα κάνω. Θα τους φέρω, να πούνε οκέυ να τελειώνουμε… Δε θέλεις»;
«Άντε, πήγαινε. Θέλω-δε θέλω, τώρα την πατήσαμε»…

Όταν η πόρτα έκλεισε κι η Σούλα βγήκε έξω, άρχισα να καταριέμαι τη μαύρη μοίρα μου. Μόνο που οι κατάρες έβγαιναν από το στόμα μου ποιητικά:

Στον μανάβη, στον μπακάλη, στον χασάπη,
των χρεών μου υπάρχει το κιτάπι!
Αχ, πού θα το βρω για να το κάψω,
κρέας, τυρί και λάχανα αν θα χάψω;

Ο μανάβης, ο μπακάλης, ο χασάπης,
τα κλειδιά βαστούνε της αγάπης!
Διότι, αντί να θέλει εμένα η Σούλα,
προτιμά αυτουνούς, που τα ’χουν ούλα!

(Συνεχίζεται…)

Get our toolbar!
comments powered by Disqus
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Η Πολιτική Σάτιρα στο F/B