Γράφει ο Τάκης Ξαπλαρής
ΜΕΡΟΣ Β΄ (τελευταίο)
Περπατούσαμε στους βραδινούς αθηναϊκούς δρόμους πιασμένοι χέρι-χέρι ρομαντικά… Ώσπου, βγαίνοντας από ένα στενό, η πινακίδα μπροστά μας έλεγε «ΙΕΡΑ ΟΔΟΣ». Η Σούλα έπεσε στα γόνατα και προσκύνησε…
«Γιατί προσκυνάς»;
«Εδώ γράφει “ΙΕΡΑ ΟΔΟΣ”. Πρόκειται για κάτι το ιερό· δεν καταλαβαίνεις»;
«Όχι, δεν καταλαβαίνω. Πού το πας, δηλαδή»;
«Στον αριθμό σαράντα-τέσσερα!... Εκεί το πάω. Εκεί βρίσκεται το θεατράκι»…
«Άντε»!...
«Μα, ναι»!... (Συνεννόηση μπουζούκι).
Σ’ ένα υπόγειο κουτούκι στα δεξιά μας, ακούστηκαν πενιές από μπουζούκι: «Πάγος η τσιμινιέρα»… Θύμωσα. Τι «πάγος», μωρέ; «Πάγωσε», λέει το τραγούδι. Μού ήρθε να κατέβω τα σκαλιά, να τούς τα ψάλω! Αλλά η Σούλα με τράβηξε και συνέχισα την πορεία…
«Έλα, βρε Χαραλάμπη, να σε παντρέψουμε», σιγομουρμούριζα τώρα θρηνητικά και, ξαφνικά, νάσου μπροστά μας κλούβες των ΜΑΤ, πλακάτ, πανό και Χρυσαυγίτες στη σειρά, να σού φεύγει η ψυχή!... «Η Σούλα!... Η Σούλααα!...», μια φωνή κυράτσας ξέσκισε τον πνιγμένο στα χημικά αέρια, αέρα… Κι ευθύς, ένα τιμητικό άγημα στήθηκε, για να το επιθεωρήσουμε!...
Το άγημα απαρτιζόταν από Χρυσαυγίτες μέλη της «Χρυσής Αυγής», καθώς και από παραθρησκευτικούς μέλη της παραθρησκευτικής οργάνωσης «Άη Στοκαλόσου». Περάσαμε πατώντας πάνω στο κόκκινο χαλί και φτάσαμε στην αρχηγό της συγκέντρωσης…
Η αρχηγός της συγκέντρωσης ήταν εξηνταπενταρισμένη, με κότσο και μακρύ φουστάνι με πολλά-πολλά κουμπιά από πάνω ως κάτω. Σκέφτηκα πως μέχρι να ξεκουμπώσει όλα τούτα τα κουμπιά, ο άντρας της θα έχει προ πολλού παραδοθεί στην αγκαλιά του Μορφέα κι ό,τι κι αν σχεδίαζε πριν, θα το έχει ξεχάσει.
«Καλώς όρισες, Σούλα μας»! Είπε στη Σούλα. «Εσένα περιμέναμε για να ξεκινήσουμε»…
«Καλώς σας βρήκα και σας»! Απάντησε η Σούλα. «Ελπίζω να μη σας άργησα»…
«Δεν μας άργησες, Σούλα μας»! Την καθησύχασε εκείνη. «Τους έχουμε κλειδώσει μέσα και περιμένουμε».
«Ποιους; Ποιους κλειδώσατε μέσα;», τρελάθηκα εγώ…
«Είπε τίποτα ο κύριος;», έκανε τσαμπουκαλίστικα η αρχηγός…
«Α, μην τον παρεξηγείς, Σοφία μου! Ο άντρας μου είναι … Θα τον κάνω να σωπάσει»… Κι αμέσως ένα εικόνισμα βαρύ με πλάκωσε στο κεφάλι ρίχνοντάς με αναίσθητο στα πλακάκια, στο τσιμέντο…
Συνήλθα ποιος ξέρει πόση ώρα αργότερα και ευτυχώς που συνήλθα, γιατί στο τσακ πρόλαβα να μη με ποδοπατήσει μια αγέλη των ΜΑΤ που ακριβώς εκείνη την στιγμή κάνανε «ντου»!... Ωστόσο, δεν πρόλαβα να μη με …συλλάβουν!... «Εμπρός, εμπρός, στην κλούβα ολοταχώς», έσκουξε ρυθμικά ο ΜΑΤάκιας που με συνέλαβε…
«Ω, είστε και ποιητής»; Τον ρώτησα κρεμασμένος στο μπράτσο του…
«Βούλωστο, ρε ρεμάλι»! Βρυχήθηκε…
Με έσπρωχνε, με έσερνε, με τσαλάκωνε (πάει το φράκο μου, κλαψ) και, ιδού η κλούβα μπροστά μου· και, ιδού κι ένας βουλευτής της Χρυσής Αυγής, ονόματι Παππάς, ο οποίος, παρά τ’ όνομά του, δεν φορούσε ράσα και χίμηξε και με πήρε στοργικά στα χέρια του συνοδεύοντάς με στην ελευθερία…
Όλοι θα με είδατε στις τηλεοράσεις σας, θαρρώ. Εγώ είμαι ο τύπος που σώθηκε από της κλούβας το στόμα και ελπίζω - τώρα που σάς το είπα – να μην έρθουν στο σπίτι μου να με συλλάβουν!...
ΤΕΛΟΣ (Νέο ευθυμογράφημα αύριο το πρωί, μετά τις 10:00)







